Τηλεφωνικό Κέντρο Δήμου: 23223 53400 & 23223 53430

Δημοτικές Ενότητες

Δημοτική Ενότητα Αχινού

ορεσκεια site

Το Σιτοχώρι βρίσκεται στα νότια της πεδιάδας των Σερρών και του ποταμού Στρυμόνα. Απέχει 13 χλμ. Α.-ΝΑ. της Νιγρίτας και 30 Ν.-ΝΑ. των Σερρών. Το χωριό αναφέρεται σε γραπτή πηγή του 1569 με την προσωνυμία “Τσίντσα”, συγγενική με το παλιό όνομα του χωριού “Τζίντζος”, το οποίο ο ιστορικός Νίκος Σβορώνος θεωρεί ότι είναι παραφθορά του ονόματος των αρχαίων Τυντηνών και το οποίο αναγράφεται σε αρχαία νομίσματα. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση η ονομασία προέρχεται από τη λέξη “τζίνιοι” (δηλαδή ισχυροί, ατίθασοι), επειδή την περίοδο της τουρκοκρατίας, δεν κατοικήθηκε από Τούρκους.

Σημαντικό αξιοθέατο θεωρείται η τρίκλιτη βασιλική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου που κτίστηκε τη δεκαετία του 1760 και είναι εσωτερικά διακοσμημένη με αγιογραφίες του 1880 από μοναχούς του Αγίου Όρους. Από το 1976 έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο.

Tο χωριό αναφέρεται επίσημα με το παλιό όνομα Τζίντζος το 1920, μετά την απελευθέρωση, στο ΦΕΚ 2Α – 04/01/1920 να ορίζεται έδρα της ομώνυμης κοινότητας. Το 1928 με το ΦΕΚ 156Α – 08/08/1928 μετονομάστηκε σε Σιτοχώριον εξ΄αιτίας της μεγάλης καλλιέργειας σιταριού. Σύμφωνα με το σχέδιο Καλλικράτης αποτελεί την Τοπική Κοινότητα Σιτοχωρίου που υπάγεται στη Δημοτική Ενότητα Αχινού του Δήμου Βισαλτίας και σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει πληθυσμό 531 κατοίκους.

Ο Αχινός βρίσκεται προς τα νότια της πεδιάδας των Σερρών και νότια του ποταμού Στρυμόνα. Απέχει 16,5 χλμ. Α. από τη Νιγρίτα και 33 χλμ. Ν.-ΝΑ. από τις Σέρρες (μέσω Ανθής). Το χωριό πήρε το όνομά του από τη λίμνη Αχινού ή Κερκινίτιδα ή λίμνη των Σερρών, η οποία έχει αποξηρανθεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1930. Δημιουργήθηκε στην ίδια με τη σημερινή τοποθεσία από ψαράδες της ευρύτερης περιοχής που αρχικά έκτισαν εκεί τις ψαροκαλύβες τους. Η επέκταση του άρχισε με την αποξήρανση της λίμνης και τη δημιουργία του εύφορου κάμπου που οι κάτοικοι αποκαλούν “Βαλτά”. Το χωριό αναφέρεται επίσημα το 1920 στο ΦΕΚ 2Α – 04/01/1920 να ορίζεται έδρα της ομώνυμης κοινότητας. Σύμφωνα με το σχέδιο Καλλικράτης αποτελεί την Τοπική Κοινότητα Αχινού που υπάγεται στη Δημοτική Ενότητα Αχινού του Δήμου Βισαλτίας και σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει πληθυσμό 507 κατοίκους.

Η Κοινότητα της Δάφνης βρίσκεται σε απόσταση 18 Km από τη Νιγρίτα, 40 Km από τις Σέρρες κι 90 Km(μέσω Σοχού) από τη Θεσσαλονίκη, με μακραίωνη ιστορία. Μάλιστα από το χωριό αυτό διερχόταν η αρχαία παρεγνατία που οδηγούσε από την Αμφίπολη στο Σιδηρόκαστρο. Η ονομασία του χωριού κατά τα Βυζαντινά χρόνια καθώς και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν Έζιοβα ή Έζοβα και προϋπήρχε πριν το 1062 μ.Χ. όπως αναφέρεται σε παλιό χειρόγραφο την Μονής Ιβήρων. Από τις μαρτυρίες που έχουμε στη διάθεση μας φαίνεται ότι η Έζιοβα αποτελούσε το κέντρο της περιοχής πριν αναπτυχθεί η Νιγρίτα και γίνει διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο. Στο πλαίσιο αυτό υπήρχε επισκοπή Εζεβών που υπαγόταν στη Μητρόπολη Σερρών, της οποίας ο επίσκοπος Ιωαννίκιος (1290-1300 μ.Χ.) ήταν ο πρώτος κτήτορας της ιστορικής Μονής Προδρόμου Σερρών.

Πέρα από το φυσικό κάλλος της περιοχής ,εξαιρετικό ιστορικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το τελευταίο υπόλειμμα κάστρου, ο γνωστός ως «Πύργος της Μάρως», ο οποίος ήταν τριώροφος όπως φαίνεται από τα ανασκαφικά δεδομένα και χρησιμοποιούνταν ως κατοικία. Η Μάρω ή Μάρα Μπράνκοβιτς (1418-1487) ,ήταν Ελληνοσερβίδα,κόρη του δεσπότη της Σερβίας Γεωργίου Μπράνκοβιτς και της Ειρήνης κόρης του Ματθαίου Καντακουζηνού. Αναγκάσθηκε να παντρευτεί τον Σουλτάνο Μουράτ Β’(1435)του οποίου τον γιο ανέθρεψε, Μωάμεθ Β’ τον Πορθητή, ο οποίος «άλωσε» την Κωσταντινούπολη το 1453. Για κάποιους λόγους που άλλοι ερευνητές αποδίδουν σε δυσμένεια λόγω της εμπλοκής της στην ενθρόνιση των πατριαρχών της εποχής και άλλοι σε επιθυμία της να αποσυρθεί από την ενεργό δράση της αυλής αποχωρεί από την Κωνσταντινούπολη και αποσύρεται στην περιοχή της νότιας Βισαλτίας (Έζοβα) 1457 όπου έζησε μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής της. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο τάφος της είναι στην Μονή Εικοσοιφίνισας του Παγγαίου,άλλοι στο `Αγιον `Ορος και μια τρίτη άποψη(συμφωνεί με τη λαϊκή παράδοση),ότι βρίσκεται ανάμεσα στους δύο Πύργους της Δάφνης (ΒΔ της Δάφνης υπάρχει και δεύτερος Πύργος πολύ παλιότερος πιθανόν του 9ου αιώνα) ή και δίπλα στον Πύργο (ο αρχαιολόγος Μιχάλης Ανδρόνικος υποστήριζε ότι ήταν θαμμένη γύρω από τον πύργο).Όσο για τη νεώτερη ιστορία του, το χωριό πήρε το όνομα Δάφνη το έτος 1928(για κάποια χρόνια ονομάζονταν Νεροπλατάνα) και μέχρι το 1942 αποτελούσε εμπορικό και βιοτεχνικό κέντρο με περίπου 2.800 κατοίκους. Σε τραπεζοειδές ύψωμα, που βρίσκεται λίγο ανατολικότερα από το χωριό, έχουν εντοπιστεί τα ίχνη ενός αρχαίου οικισμού της Βισαλτίας, που είχε ακμάσει κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή. Στο ύψωμα έχουν βρεθεί αρχαία αγγεία, πολυάριθμα όστρακα αγγείων και νομίσματα διαφόρων πόλεων και περιόδων. Επίσης, στη θέση του κοντινού οικισμού της Ορέσκειας, όπου επισημάνθηκαν θεμέλια αρχαίων κτηρίων και αποκομίστηκαν διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα και επιγραφές, τοποθετείται το ομώνυμο αρχαίο πόλισμα της Βισαλτίας, που το εθνικό όνομα των κατοίκων του («Ορεσκίων») αναφέρεται σε αρχαία νομίσματα και το οποίο είχε ακμάσει από τα αρχαϊκά ως τα ρωμαϊκά χρόνια.

Η Ορέσκεια βρίσκεται στα νότια του κάμπου των Σερρών και στους βόρειους πρόποδες από το Κερδύλιο όρος. Το χωριό είναι κτισμένο σε πολύ μικρή απόσταση και δυτικά από τη Δάφνη, σε περιοχή με πλούσια βλάστηση και πολλά νερά. Μάλιστα, νοτιοδυτικά του χωριού, βρίσκεται η φυσική βάθρα Κόσμινικ στην οποία χύνεται καταρράκτης. Βόρεια περνάει ο χείμαρρος Δάφνη που μετά από λίγο καταλήγει στον Εζοβίτη ποταμό. Στην ίδια περιοχή και σε χαμηλό λόφο, σε απόσταση περίπου 1 χλμ. βόρεια, υπάρχουν τα ερείπια πύργου. Η περιοχή σε απογραφή του 11ου αιώνα περιγράφεται ως προάστειον (δηλ. οικισμός) με την ονομασία “Άγιος Στέφανος”. Κάτω από τον πύργο υπάρχει λαξευμένο σε βράχο του λόφου το ασκητήριο της Αγίας Μαρίνας το οποίο σε αγιορείτικα έγγραφα του 11ου αιώνα αναφέρεται ως «Θεοτόκος του Σπηλαίου» και μετόχι της Μονής Ιβήρων του Αγίου Όρους. Το 1923 κτίσθηκε ο Ιερός Ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, ενώ ανακαινίσθηκε το 1985. Η Ορέσκεια απέχει 18,5 χλμ. ΝΑ. της Νιγρίτας και 35 ΝΑ. των Σερρών. Το χωριό αναφέρεται επίσημα το 1920 στο ΦΕΚ 2Α – 04/01/1920 ως Κιζιλή να προσαρτάται στην τότε κοινότητας Εζιόβης (Δάφνης). Το 1926 με το ΦΕΚ 55Α – 15/02/1926 μετονομάστηκε σε Ορεσκία. Σύμφωνα με το σχέδιο Καλλικράτης μαζί με τη Δάφνη αποτελούν την Τοπική Κοινότητα Δάφνης που υπάγεται στη Δημοτική Ενότητα Αχινού του Δήμου Βισαλτίας και σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει πληθυσμό 57 κατοίκους.

Το Ζερβοχώρι Σερρών είναι οικισμός του νομού Σερρών. Διοικητικά ανήκε στον Δήμο Αχινού μέχρι το 2010 ο οποίος καταργήθηκε. Από το 2011 ανήκει στο νεοδημιουργημένο Δήμο Βισαλτίας. Βρίσκεται σε υψόμετρο 170 μέτρων και το 2001 είχε 117 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή (ενώ το 1914 είχε 146 κατοίκους και το 1928 248 κατοίκους και δημοτικό σχολείο).

Εκεί βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου που υπάγεται στην Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης. Δύο χιλιόμετρα νότια από το χωριό βρίσκεται ο λόφος Παλιόκαστρο όπου υπάρχει οικισμός και νεκρόπολη κλασσικών χρόνων καθώς και προϊστορική θέση η οποία έχει κηρυχθεί αρχαιολογικός χώρος. Το Ζερβοχώρι βρίσκεται πολύ κοντά στο Χουμνικό Σερρών και στο Σιτοχώρι Σερρών όπου υπάρχει και το δημοτικό σχολείο / γυμνάσιο που φοιτούν τα παιδιά του χωριού. Η απόστασή του από τη Νιγρίτα είναι 10 χλμ., από τις Σέρρες 34 χλμ. και από την Θεσσαλονίκη 85 χλμ. Βρίσκεται στο δρόμο από Νιγρίτα προς την Αμφίπολη.

Αποτελεί δημοτικό διαμέρισμα του δήμου Βισαλτίας της δημοτικής ενότητας Αχινού, με 311 κατοίκους (2011), ενώ στην απογραφή του 2001 εμφάνισε 273 κατοίκους. Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία (καπνός, ελιές, κεράσια, αμύγδαλα, καρύδια, σύκα, αρωματικά φυτά). Είναι κτισμένο σε ιδιαίτερα κεντρική θέση, ανάμεσα στη Νιγρίτα και τη Μαυροθάλασσα. Στο χωριό λειτουργεί το Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών του Δήμου Βισαλτίας. Η απόστασή του από τη θάλασσα (Αμφίπολη, Εγνατία Οδός) είναι 35 χλμ. περίπου. Το χωριό διαθέτει πολύ πράσινο.

Η καταγωγή σχεδόν του 100% των κατοίκων είναι ποντιακή. Οι πρόγονοί τους ήσαν Πόντιοι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στο χωριό μετά τον ξεριζωμό του Ποντιακού Ελληνισμού, στα 1922 (Μικρασιατική καταστροφή). Το παλιό όνομα του χωριού ήταν “Καβάκι” (=λεύκα), λόγω τών πολλών δένδρων λεύκας που ευδοκιμούσαν στην περιοχή.

Κάποιοι κάτοικοι ασχολούνται επιτυχώς με τη γεωργία, ενώ άλλοι είναι μετανάστες στην Δυτική Ευρώπη (κυρίως Γερμανία), ή έχουν εγκατασταθεί στη γειτονική Θεσσαλονίκη. Στο χωριό λειτουργούν τρία σύγχρονα ελαιοτριβεία, που καλύπτουν μεγάλο μέρος των αναγκών των ελαιοπαραγωγών της περιοχής.

Στις 28 Αυγούστου κάθε χρόνου (παραμονή της γιορτής της Αποκεφάλισης του Ιωάννου του Προδρόμου, στον οποίο είναι αφιερωμένη η εκκλησία του χωριού, που ξανακτίστηκε πρόσφατα), ο Σύλλογος Λευκοτοπιτών Θεσσαλονίκης διοργανώνει πανηγύρι με ενδιαφέρουσες ποντιακές εκδηλώσεις.

Το Πατρίκι βρίσκεται στα νότια της πεδιάδας των Σερρών και του ποταμού Στρυμόνα. Απέχει 11 χλμ. Α. της Νιγρίτας και 27 Ν.-ΝΔ. των Σερρών. Την περίοδο της τουρκοκρατίας η περιοχή ήταν τσιφλίκι Τούρκου αγά, του οποίου οι κολίγοι ίδρυσαν το χωριό. Το όνομά του οφείλεται σε καλόγερο ονόματι Πατρίκιο, που είχε μονάσει στο γειτονικό μικρό μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου του Παριάκου (καταγράφεται σε χειρόγραφο της Μονής Εσφιγμένου του Αγίου Όρους) που χρονολογείται από το 1385 και είχε παραχωρηθεί από την επισκοπή Εζεβών στη μονή Εσφιγμένου.

Αναφέρεται επίσημα το 1920 στο ΦΕΚ 2Α – 04/01/1920 να προσαρτάται στην τότε κοινότητα Τζίντζου (Σιτοχωρίου). Σύμφωνα με το σχέδιο Καλλικράτης αποτελεί την Τοπική Κοινότητα Πατρικίου που υπάγεται στη Δημοτική Ενότητα Αχινού του Δήμου Βισαλτίας και σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει πληθυσμό 291 κατοίκους.

Το Χουμνικό είναι κτισμένο στους βόρειους πρόποδες από τα Κερδύλια όρη και πιο συγκεκριμένα του Βερτίσκος. Απέχει 10 χλμ. ΝΑ. της Νιγρίτας και 30,5 Ν. των Σερρών. Αξιοθέατα είναι η παλιά τρίκλιτη βασιλική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στην πλατεία του χωριού, η οποία χρονολογείται γύρω στα 1800 καθώς και ο αιωνόβιος πλάτανός της. Υπάρχει τακτική αναφορά του χωριού σε έγγραφα μονών του Αγίου Όρους, σε απογραφικά οθωμανικά κατάστιχα και εκκλησιαστικά έγγραφα της Μητρόπολης Σερρών. Το χωριό ιδρύθηκε μεταξύ 1235 – 1245 από κολίγους της περιοχής, η οποία ήταν ιδιαίτερα εύφορη με καλλιέργειες καπνού, σιτηρών, βαμβακιού κι ελιών και είχε παραχωρηθεί από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ανδρόνικο στον στρατηγό του Νικηφόρο Χούμνο. Όταν αυτή απειλήθηκε από το στρατηγό της Θεσσαλίας Θέκλο, δόθηκε μάχη στην τοποθεσία “Λαθριά”, ανάμεσα στο Χουμνικό και το γειτονικό Ζερβοχώρι, στην οποία νίκησε αλλά τελικά σκοτώθηκε. Μετά τη μάχη αυτή παραχωρήθηκαν λίγα στρέμματα γης και αυτονομία στους κολίγους και έτσι προήλθε η ονομασία του χωριού.

Το χωριό αναφέρεται επίσημα το 1920 στο ΦΕΚ 2Α – 04/01/1920 ως Χούμκος να ορίζεται έδρα ομώνυμης κοινότητας. Το 1927 με το ΦΕΚ 179Α – 30/08/1927 μετονομάστηκε σε Χουμνικό. Σύμφωνα με το σχέδιο Καλλικράτης μαζί με το Λαγκάδι αποτελούν την Τοπική Κοινότητα Χουμνικού που υπάγεται στη Δημοτική Ενότητα Αχινού του Δήμου Βισαλτίας και σύμφωνα με την απογραφή του 2011 ως κοινότητα έχει πληθυσμό 303 κατοίκους, ενώ ως οικισμός 190.

Το Λαγκάδι βρίσκεται προς τα νοτιοδυτικά όρια με την Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης και είναι κτισμένο στις βορειοδυτικές πλαγιές από τα Κερδύλια όρη. Απέχει 12,5 χλμ. ΝΑ. της Νιγρίτας και 33 χλμ. Ν. των Σερρών. Το χωριό αναφέρεται γύρω στα 1713 και σύμφωνα με την παράδοση ιδρύθηκε από τη συνένωση οικογενειών που κατοικούσαν σε χαμηλότερες υψομετρικά κοντινές τοποθεσίες και οι οποίες για να αποφύγουν την καταπίεση των Τούρκων αναγκάστηκαν να μετακινηθούν σε υψηλότερα σημεία για να συνεχίσουν το κύριο επάγγελμά τους που ήταν η κτηνοτροφία.

Από το Λαγκάδι καταγόταν ο μακεδονομάχος οπλαρχηγός Δημήτριος Γαλάνης ο οποίος οργάνωσε ένοπλο σώμα που συμμετείχε στις προσπάθειες των Ελλήνων της περιοχής να αποκρούσουν τις Βουλγαρικές βιαιότητες στις περιοχές Βισαλτίας, Σερρών, Κάτω Τζουμαγιάς (Ηρακλείας), Βερτίσκου και Βόρειας Χαλκιδικής. Την περίοδο της κατοχής, στις 14 Σεπτεμβρίου 1944, στην περιοχή “Τάσιουλουκ” έγινε μάχη ανταρτών του ΕΛΑΣ με μηχανοκίνητη φάλαγγα Γερμανών που την προηγούμενη είχε επιτεθεί στα χωριά αλλά και την πόλη της Νιγρίτας.

Δημοτική Ενότητα Βισαλτίας

Το Δημητρίτσι βρίσκεται προς τα δυτικά όρια με την Περιφερειακή Ενότητα Σερρών, στον κάμπο των Σερρών, κοντά στη συμβολή του ποταμού Στρυμόνα με τον παραπόταμό του Κοπατσιανό (ή Σκαπάνη). Απέχει 19 χλμ. ΝΔ. από την πόλη των Σερρών και 12,5 ΒΔ. από τη Νιγρίτα.

Σύμφωνα με τον ιστορικό του Βυζαντίου Νικήτα Χωνιάτη το 1185 έλαβε χώρα μάχη στον τόπο «τον λεγόμενον του Δημητρίτζη». Η ιστορική Μάχη του Δημητρίτζη μεταξύ των βυζαντινών στρα­τευμάτων και των Νορ­μανδών διεξήχθη στις 7 Νοεμβρίου 1185 και έληξε με νίκη των Βυζαντινών κατόπιν αιφνιδιαστικής επίθεσης, καθώς οι Νορμανδοί προσπάθησαν να αρχίσουν διαπραγματεύσεις με δόλο.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 εγκαταστάθηκαν στο χωριό Έλληνες Μικρασιάτες πρόσφυγες που προέρχονται από τις περιοχές της Σμύρνης και τα Κουβούκλια της Προύσας της Μικράς Ασίας, όταν αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να καταφύγουν στην Ελλάδα. Οι πρόσφυγες ίδρυσαν ένα δικό τους συνοικισμό στην ανατολική πλευρά του χωριού, όπου δεν υπήρχε κανένας ντόπιος. Την ίδια εποχή ήρθαν και μερικές οικογένειες Θρακιωτών.

Το χωριό αναφέρεται επίσημα το 1920 στο ΦΕΚ 2Α – 04/01/1920 να προσαρτάται στην τότε κοινότητα. Σύμφωνα με το σχέδιο Καλλικράτης αποτελεί την Τοπική Κοινότητα Δημητριτσίου που υπάγεται στη Δημοτική Ενότητα Βισαλτίας του Δήμου Βισαλτίας και σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει πληθυσμό 989 κατοίκους.

Η Αγία Παρασκευή είναι κτισμένη με υψόμετρο 20 μέτρων προς τα δυτικά όρια με την Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης , στα νότια του ποταμού Στρυμόνα. Είναι κτισμένη στον κάμπο των Σερρών, ανάμεσα στα χωριά Τερπνή (ΝΑ.), Νικόκλεια (ΝΔ.) και Σησαμία (Δ.-ΒΔ.). Απέχει 6 χλμ. βορειοδυτικά της Νιγρίτας και 24 χλμ. (οδικά μέσω Λυγαριάς) νοτιοδυτικά της πόλης των Σερρών.

Το 1900, σύμφωνα με υπολογισμούς του Βούλγαρου συγγραφέα και επιθεωρητή σχολείων Βασίλ Καντσόφ, στο χωριό ζούσαν 460 κάτοικοι, εκ των οποίων οι 260 ήταν Έλληνες και οι υπόλοιποι Κιρκάσιοι μουσουλμάνοι. Κατά την περίοδο του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου απελευθερώθηκε από τις ελληνικές δυνάμεις, ωστόσο τον Φεβρουάριο του 1913, κατά τη διάρκεια ένοπλων συνοριακών επεισοδίων μεταξύ των – ακόμη συμμαχικών – στρατιωτικών δυνάμεων της Ελλάδας και της Βουλγαρίας, πέρασε υπό βουλγαρικό έλεγχο. Μετά το ξέσπασμα του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου και την ήττα της Βουλγαρίας, επικυρώθηκε μαζί με την υπόλοιπη περιοχή της Νιγρίτας στο ελληνικό κράτος βάσει της συνθήκης του Βουκουρεστίου. Η πρώτη ελληνική απογραφή που διενεργήθηκε το 1913 στα νέα εδάφη κατέγραψε στο χωριό πληθυσμό 358 κατοίκων (186 άνδρες και 172 γυναίκες). Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την επακόλουθη ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία εγκαταστάθηκαν στον οικισμό πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και τη Θράκη. Κατά το τελευταίο διάστημα της Κατοχής, συμπεριλήφθηκε στα χωριά δυτικά της Νιγρίτας που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο τοπικής δοσιλογικής πολιτοφυλακής, η οποία διαλύθηκε από τον ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Το 1950 το χωριό μετονομάστηκε σε Αγία Παρασκευή.

Διοικητικά αναφέρεται το 1913 ως τμήμα της υποδιοίκησης Νιγρίτης, ενώ με βάση το ΦΕΚ 2Α – 04/01/1920 προσαρτήθηκε στην τότε κοινότητα Αβδαμάλ (Σησαμίας) του νομού Σερρών και μερικά χρόνια αργότερα (1924) ορίστηκε ως έδρα κοινότητας. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής που οδήγησε στη διαίρεση του νομού Σερρών ανάμεσα σε γερμανικά και βουλγαρικά κατεχόμενα εδάφη, υπήχθη πρώτα στον νομό Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια στον νομό Στρυμώνος. Από την Απελευθέρωση μέχρι και το 1997 ανήκε στην επαρχία Βισαλτίας του νομού Σερρών. Βάσει του Σχεδίου «Καποδίστριας» υπήχθη στον νεοσύστατο δήμο Βισαλτίας, ενώ από το 2011, σύμφωνα με το σχέδιο Καλλικράτης αποτελεί τοπική κοινότητα της δημοτικής ενότητας Βισαλτίας του ομώνυμου δήμου.

Οι Άμπελοι βρίσκονται προς τα δυτικά όρια με τις Περιφερειακές Ενότητες Κιλκίς και Θεσσαλονίκης. Είναι κτισμένοι στον κάμπο των Σερρών, νότια του ποταμού Στρυμόνα, ανάμεσα στα χωριά Λιβαδοχώρι (Β.), Δημητρίτσι (ΝΑ.), Τριανταφυλλιά (ΝΔ.) και Καλόκαστρο (Δ.). Απέχουν 17 χλμ. ΒΔ. της Νιγρίτας και 27 χλμ. ΝΔ. των Σερρών. Την περίοδο της τουρκοκρατίας ήταν τσιφλίκι Τούρκου αγά και υπήρξε διοικητικό κέντρο της περιοχής. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, γύρω στα 1924, εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες της Ανατολικής Ρωμυλίας και λιγότεροι Πόντιοι και Σαρακατσάνοι.

Το χωριό αναφέρεται επίσημα, μετά την απελευθέρωση, το 1920 στο ΦΕΚ 2Α – 04/01/1920 ως Μακιαίς ή Μακιές ή Μακές να ορίζεται έδρα της ομώνυμης τότε κοινότητας. Το παλιό όνομα που υπήρχε την περίοδο της τουρκοκρατίας, προέρχεται από την τουρκι­κή λέξη Μερκέζ, που σημαίνει κέντρο – διοικητικό κέντρο. Το 1927 μετονομάστηκε σε Βαμβακιά και το 1934 σε Άμπελοι λόγω των πολλών αμπελιών που καλλιεργούνται στην περιοχή. Σύμφωνα με το σχέδιο Καλλικράτης αποτελεί την Τοπική Κοινότητα Αμπέλων που υπάγεται στη Δημοτική Ενότητα Βισαλτίας του Δήμου Βισαλτίας και σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει πληθυσμό 458 κατοίκους.

Η Βέργη βρίσκεται προς τα δυτικά όρια με την Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης σε απόσταση 11,5 χλμ. ΒΔ. της Νιγρίτας και 21,5 ΝΔ. των Σερρών. Είναι κτισμένη στον κάμπο των Σερρών και νότια του Κοπατσιανού (ή Σκαπάνη), παραπόταμου του Στρυμόνα, ανάμεσα στα χωριά Σησαμία (Α.), Νικόκλεια (ΝΑ.), Τριανταφυλλιά (ΒΔ.) και Δημητρίτσι (Β.-ΒΑ.). Το χωριό αναφέρεται επίσημα το 1920 στο ΦΕΚ 2Α – 04/01/1920 ως Κοπάτσι να ορίζεται έδρα της τότε ομώνυμης κοινότητας. Το 1927 με το ΦΕΚ 7Α – 14/01/1927 μετονομάστηκε σε Βέργη. Σύμφωνα με το σχέδιο Καλλικράτης αποτελεί την Τοπική Κοινότητα Βέργης που υπάγεται στη Δημοτική Ενότητα Βισαλτίας του Δήμου Βισαλτίας και σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει πληθυσμό 699 κατοίκους.

Η Λυγαριά βρίσκεται στην πεδιάδα των Σερρών σε απόσταση 13 χλμ. ΒΔ. της Νιγρίτας και 17 χλμ. ΝΔ. των Σερρών. Το χωριό είναι κτισμένο νότια του ποταμού Στρυμόνα, βόρεια του χείμαρρου Σκαπάνη λίγο πριν αυτός καταλήξει στον Στρυμόνα, ανάμεσα στο γειτονικό Δημητρίτσι (ΒΔ.) και Σησαμία (ΝΔ.). Η παλιά ονομασία του είναι Μέργιανη που προέρχεται από τη λέξη “Μέρας” δηλ. βοσκότοπος, όπου αρχικά έβοσκαν οι πρώτοι κάτοικοι τα ζώα τους. Η περιοχή ήταν ελώδης και όταν αυτή το 1925 πλημμύρισε και κατέστρεψε τα σπίτια τους, μετακινήθηκαν στη σημερινή τοποθεσία του οικισμού.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την Ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών του 1923 στο χωριό εγκαταστάθηκαν πολλοί πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και πιο συγκεκριμένα από τα χωριά Ντουάνκιουι, Τατάρκιουι και Μαστανάρι. Το χωριό αναφέρεται επίσημα το 1920 στο ΦΕΚ 2Α – 04/01/1920 ως Μέργιαννη να προσαρτάται στην τότε κοινότητα Δημητριτσίου. Το 1927 με το ΦΕΚ 179Α – 30/08/1927 μετονομάζεται σε Λυγαριά. Σύμφωνα με το σχέδιο Καλλικράτης αποτελεί την Τοπική Κοινότητα Λυγαριάς που υπάγεται στη Δημοτική Ενότητα Βισαλτίας του Δήμου Βισαλτίας και σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει πληθυσμό 284 κατοίκους.

Η Νικόκλεια είναι μεγάλος πεδινός οικισμός (υψόμ. 80 μ. 1.316 κάτ.), που βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της Περιφερειακής Ενότητας Σερρών, σε απόσταση 33 χλμ. νοτιοδυτικά από την πόλη των Σερρών. Υπάγεται διοικητικά στο δήμο Βισαλτίας, που η έδρα του είναι στη Νιγρίτα. Μέχρι το 1928 ονομαζόταν «Νικοσλάβη».

Περίπου 4 χλμ. νότια της Νικόκλειας, στο λόφο «Ισάρ», όπου σώζονται ερείπια αρχαίου κάστρου, τοποθετείται ο ρωμαϊκός σταθμός “Arason” που μας είναι γνωστός από τον Ραβέννιο κοσμογράφο. Ο σταθμός ίσως ταυτίζεται με την αρχαία βισαλτική πόλη «Άρωλος» που αναφέρεται από τον γεωγράφο Πτολεμαίο.

Η Σησαμία βρίσκεται προς τα δυτικά όρια με τις Περιφερειακές Ενότητες Κιλκίς και Θεσσαλονίκης, δίπλα και νότια του ποταμού Στρυμόνα. Είναι κτισμένη στον κάμπο των Σερρών, ανάμεσα στα χωριά Δημητρίτσι (Β.), Αγία Παρασκευή (Ν.-ΝΑ.), Νικόκλεια (Ν.) και Βέργη (Δ.). Απέχει 9,5 χλμ. ΒΔ. της Νιγρίτας και 20,5 χλμ. ΝΔ. των Σερρών. Το χωριό αναφέρεται επίσημα το 1920, μετά την απελευθέρωση, στο ΦΕΚ 2Α – 04/01/1920 ως Αβδαμάλ να ορίζεται έδρα της ομώνυμης κοινότητας. Το όνομα Αβδαμάλ το πήρε από τις λέξεις Αβντί και Μάλ που σημαίνει στα Τούρκικα “περιουσία του Αβντί”.

Το 1927 με το ΦΕΚ 179Α – 30/08/1927 μετονομάστηκε σε Σησαμία επειδή καλλιεργούσαν στην περιοχή σουσάμι ή αλλιώς σησάμι. Σύμφωνα με το σχέδιο Καλλικράτης αποτελεί την Τοπική Κοινότητα Σησαμίας που υπάγεται στη Δημοτική Ενότητα Βισαλτίας του Δήμου Βισαλτίας και σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει πληθυσμό 329 κατοίκους. Η εκκλησία των Δώδεκα Αποστόλων που βρίσκεται νοτιοδυτικά γιορτάζει κάθε χρόνο στις 30 Ιουνίου.

H Τριανταφυλλιά βρίσκεται προς τα δυτικά όρια με την Περιφερειακή Ενότητα Κιλκίς, στον κάμπο των Σερρών. είναι κτισμένη δυτικά του ποταμού Στρυμόνα και τους ανατολικούς πρόποδες του όρους Βερτίσκος. Απέχει 32,5 χλμ. ΝΔ. από την πόλη των Σερρών και 18 χλμ. ΒΔ. από τη Νιγρίτα. Το χωριό αναφέρεται επίσημα το 1920 στο ΦΕΚ 2Α – 04/01/1920 ως Μαχμουτλή να προσαρτάται στην τότε κοινότητα Μακιών (Αμπέλων). Το 1927 με το ΦΕΚ 179Α – 30/08/1927 μετονομάστηκε σε Τριανταφυλλιές και το 1940 διορθώθηκε σε Τριανταφυλλέαι. Το 1988 με το ΦΕΚ 84Α – 06/05/1988 μετονομάστηκε σε Τριανταφυλλιά. Σύμφωνα με το σχέδιο Καλλικράτης αποτελεί την Τοπική Κοινότητα Τριανταφυλλιάς που υπάγεται στη Δημοτική Ενότητα Βισαλτίας του Δήμου Βισαλτίας και σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει πληθυσμό 702 κατοίκους.

αμπελοι

Δημοτική Ενότητα Νιγρίτας

pigadi gerakinas

Ο οικισμός της Νιγρίτας δημιουργήθηκε, κατά την πιθανότερη άποψη, στα μέσα του 16ου αιώνα από κατοίκους ορεινών περιοχών και ο πληθυσμός αυξήθηκε βαθμηδόν ως τις αρχές του 20ού αιώνα, οπότε έφθασε στους 4.300 κατοίκους. Στις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης, ο περιηγητής Ε. Consinery, που επισκέφθηκε την Μακεδονία, σημειώνει ότι η κωμόπολη, όπως και η διπλανή Σούρπα ή Σύρπη, ανθούσε οικονομικά και οι κάτοικοι της, στο σύνολο Έλληνες, επιδίδονταν στην καλλιέργεια βαμβακιού, στη χρυσοχοΐα και στη χαλκουργία. Οι κάτοικοι της Νιγρίτας συμμετείχαν στην επανάσταση του 1821. Σπουδαίοι αγωνιστές της επανάστασης του 1821 ήταν ο Μανωλάκης Χαριζάνης, ο Αναστάσιος Δημητρίου (γεν. 1800), ο Ιωάννης Δημητρίου, ο Αντώνιος Γιωργαράς, ο Γεώργιος Γιωργαράς, και ο αξιωματικός Αθανάσιος Νικολάου.

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα λειτουργούσε στη Νιγρίτα «ελληνικόν σχολείον» και, λίγες δεκαετίες αργότερα, τα σχολεία της Νιγρίτας και της Σούρπας αριθμούσαν περισσότερους από 250 μαθητές. Στη διάρκεια του Μακεδονικού αγώνα, η Νιγρίτα έδωσε πλήθος αγωνιστών που πρωτοστάτησαν στον αγώνα για την απελευθέρωση, σημαντικότεροι εκ των οποίων, ήταν οι Βασίλειος Κουφοκώτσιος, Κωνσταντίνος Κουφοκώτσιος, Δημήτριος Μπιτσιακάνος, Γεώργιος Μασλαρινός, Στέργιος Καραστέργιος, Αθανάσιος Καραμανίδης και Κωνσταντίνος Γεροσέλας. Σημαντική μορφή για τη Μακεδονία, υπήρξε ο λόγιος και ιατρός Μιχαήλ Παπαδόπουλος (γεν. 1828), που χαρακτηρίστηκε ως εθναπόστολος.

Υπήρξε επίσης ο Αθανάσιος Αργυρός, ο οποίος υπήρξε μια φυσιογνωμία πανελλήνιας εμβέλειας, με σοβαρή πολυσχιδή εθνική δράση, με εξαιρετικώς λαμπρή επίδοση στην επιστήμη, στα γράμματα και στην πολιτική. Ήταν ένας άνδρας από τη ζωή του οποίου οι γενιές του μέλλοντος θα αντλούν παραδείγματα αρετής, φιλοπατρίας, εργατικότητας, αυταπάρνησης και πολιτικής ηθικής. Ανέλαβε Υπουργός Γεωργίας (1922), Υπουργός Παιδείας (1926), καθώς και άλλες κρατικές αρμοδιότητες, όπως πρόεδρος Επιτροπής Κρατικών Προμηθειών (1936).

Κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, στις 24 Οκτωβρίου 1912 η Νιγρίτα ελευθερώθηκε από τους Τούρκους από τον Γεώργιο Γιαγκλή και κατόπιν, με επέμβαση του Ελληνικού στρατού. Στις 16 Ιουνίου 1913 εκδηλώθηκε η πρώτη συντονισμένη βουλγαρική επίθεση εναντίον ελληνικών τμημάτων κατά τη διάρκεια του Β’ Βαλκανικού πολέμου. Στις 19 Ιουνίου 1913 πραγματοποιήθηκαν ελληνοβουλγαρικές συγκρούσεις στην περιοχή. Στις 29 Ιουνίου 1913 οι Βούλγαροι πυρπόλησαν την Νιγρίτα και αποχώρησαν.

Η Νιγρίτα λειτούργησε ως πρωτεύουσα της πρώην Επαρχίας Βισαλτίας, ως Κοινότητα, ως Δήμος και ως πρωτεύουσα Διευρυμένων Δήμων. Ανεξάρτητα από το πώς λειτούργησε η Επαρχία Βισαλτίας ως διοικητική μονάδα, η Νιγρίτα υπήρξε το οικονομικό και το διοικητικό κέντρο της Βισαλτίας, όπου είχαν την έδρα τους Πολιτικές, Δικαστικές, Στρατιωτικές, Αστυνομικές, Εκπαιδευτικές αρχές, οι οποίες ίδρυσαν την «Ελληνική Σχολή Νιγρίτης» το 1904, και η Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών Βισαλτίας.

Η Νιγρίτα λειτούργησε ως Δήμος στο διάστημα 1915-1919, ως κοινότητα στο διάστημα 1920-1942, και πάλι ως Δήμος από 20.10.1942 μέχρι 1997. Από το 1998 έως το 2010 λειτούργησε ως έδρα του ομώνυμου Καποδιστριακού Δήμου και από το 2011 είναι έδρα του Καλλικρατικού Δήμου Βισαλτίας που προέκυψε από τη συνένωση των Καποδιστριακών Δήμων της Βισαλτίας.

Λειτούργησε όμως και ως πρωτεύουσα στη «Νομαρχία Στρυμόνος», που ιδρύθηκε στην Κατοχή και περιλάμβανε το δυτικά του Στρυμόνα τμήμα του Νομού Σερρών. Η ίδρυση της «Νομαρχίας Στρυμόνος» ήταν συνέπεια του γεγονότος ότι στις 23.4.1941 οι Γερμανοί παρέδωσαν στους Βουλγάρους τη διοίκηση της περιοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης που εκτείνεται ανατολικά του Στρυμόνα μέχρι τα ελληνοτουρκικά σύνορα.

Η Ανθή βρίσκεται στον κάμπο των Σερρών, νότια του ποταμού Στρυμόνα, σε απόσταση 4 χλμ. Β. της Νιγρίτας και 17 χλμ. Ν.-ΝΔ. των Σερρών ενώ μέσα από το χωριό περνάει η επαρχιακή οδός που τις συνδέει. Η παλιά ονομασία του χωριού είναι Φυτόκιο και έτσι αναφέρεται επίσημα το 1920, μετά την απελευθέρωση, στο ΦΕΚ 2Α – 04/01/1920 να προσαρτάται στην τότε κοινότητα Νιγρίτης. Το 1956 με το ΦΕΚ 125Α – 21/05/1956 μετονομάστηκε σε Ανθή. Σύμφωνα με το σχέδιο Καλλικράτης αποτελεί την Τοπική Κοινότητα Ανθής που υπάγεται στη Δημοτική Ενότητα Νιγρίτης του Δήμου Βισαλτίας και σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει πληθυσμό 548 κατοίκους.

Τα Θερμά είναι πεδινός οικισμός με 574 κατοίκους το 2001, γνωστός παλιότερα για τα ιαματικά του λουτρά. Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της Περιφερειακής Ενότητας Σερρών και νοτιοανατολικά της Νιγρίτας.

Στο σημερινό χωριό αποκαλύφτηκαν ίχνη αρχαίου οικισμού, ο οποίος βρισκόταν πάνω στο ρωμαϊκό δρόμο Αμφίπολης-Ηράκλειας Σιντικής. Συγκεκριμένα, έξω από τα Θερμά, στις τοποθεσίες «Παλιάμπελα» και «Μιζάρια», θα εκτεινόταν η νεκρόπολη, όπως μαρτυρεί η ανεύρεση αρχαίων τάφων. Μέσα πάλι στο χωριό, κατά την οικοδόμηση σπιτιών, αποκαλύφτηκαν θεμέλια αρχαίων κτισμάτων. Τέλος, παλιότερα στη διάρκεια εργασιών για την κατασκευή του υδρευτικού δικτύου, είχαν έρθει στο φως διάφορες επιγραφές. Η ίδρυση του αρχαίου αυτού οικισμού θα πρέπει να είχε σχέση με την αξιοποίηση των εδώ ιαματικών πηγών και την κατασκευή κατάλληλων ιαματικών λουτρών.

Βρίσκεται σε απόσταση 22 χλμ. δυτικά από τις Σέρρες, στους πρόποδες του όρους Βερτίσκου και σε υψόμετρο 80 μέτρων. Η ιστορία της χάνεται στα βάθη του χρόνου.

Αρχαιολογικές ανασκαφές που έγιναν 4 χλμ. έξω από την Τερπνή, στην τοποθεσία «Παλαιόκαστρο», έδειξαν πως ο τόπος ήκμασε από την Κλασική ως και την Ελληνιστική εποχή. Επιγραφή των αυτοκρατορικών χρόνων από τη θέση αυτή μαρτυρεί την ύπαρξη πόλης (που ονομαζόταν ίσως «Γραία» ή «Graero») με όλα τα γνωστά μνημεία αρχιτεκτονικής, όπως βουλευτήριο, γυμνάσιο, επιστάσιο κ.ά. (η επιγραφή αναφέρει βασιλική με εξέδρα και τρεις οίκους). Στην περιοχή της μάλιστα υπήρχαν και τα μεγαλύτερα μεταλλεία χρυσού στη Μακεδονία, μετά το Παγγαίο. Υπάρχουν βεβαιωμένες αρχαίες αναφορές. για την παραγωγή προσχωσιγενούς χρυσού στα νότια της Τερπνής, αλλά και σύγχρονες, όπως επίσης και προφορικές μαρτυρίες για το ίδιο θέμα, με ονομαστικές αναφορές στους ανθρώπους που εργάστηκαν στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα για τη συλλογή χρυσού. Εξάλλου από το 1976 μέχρι το 1980 έγιναν στο Παλιόκαστρο από το Ι.Γ.Μ.Ε. (Ινστιτούτο Γεωλογικών & Μεταλλευτικών Ερευνών) έρευνες που αφορούσαν τον εντοπισμό, το ξεμπάζωμα και στη συνέχεια τη δειγματοληψία από αρχαίες στοές που έτυχαν εκμετάλλευσης στο παρελθόν. Εντοπίστηκαν 2-3 στοές αρκετά καλά διατηρημένες όπου έγινε δειγματοληψία και προσδιορισμός του πρωτογενούς χρυσού». Στον χώρο αυτό τοποθετείται και το αρχαίο βασίλειο της Βισαλτίας, το οποίο ήταν ένα από τα πιο πλούσια και ισχυρά στη Μακεδονία. Ήταν πατρίδα του βασιλέα Βισάλτη και του βασιλιά της Θράκης, Ρήσου. Με τον αρχαίο οικισμό σχετίζεται ο συλημένος Μακεδονικός Τάφος των αδελφών Ιππώνακτα και Διοσκουρίδη, παιδιών του Απολλοδώρου Αμφιπολίτη, εταίρου του Αλεξάνδρου, που ανακαλύφθηκε το 1965. Ο τάφος βρίσκεται πάνω στο δρόμο προς το «Παλιόκαστρο», στην τοποθεσία “τ’ Γκατζή ντούμπα” (= ο τάφος του πολεμιστή).

Το χωριό την περίοδο της Τουρκοκρατίας ονομαζόταν Τσιαρπίστα ή Τσερπίστα. Η ονομασία οφείλεται στη μεγάλη πηγή νερού στη νότια παρυφή του χωριού, τη λεγόμενη «Κηφισιά» (από το τσιαρπ = αντλητικό κουβαδάκι νερού, λέξη τουρκικής προέλευσης). Άλλες εκδοχές για την ονομασία του χωριού: 1. Από τις τουρκικές λέξεις çarpi(= ασβεστώνω)/ çirpi(= κλαδάκι, τσάκνου)/ çırpıstırmak (= χτυπώ ελαφρά με το ραβδί), is(= νοικοκύρης) και την κατάληξη ­ta, που χρησιμοποιείται αντί για πρόθεση, (εις, σε, κ.λπ.), δίνοντας ανάλογη σημασία στο πρώτο συνθετικό, που εκφράζει ένα γνώρισμα των Τερπνιωτών ή του περιβάλλοντός τους. α) carpi: Οι Τερπνιώτισσες είχαν πάντα τη συνήθεια να ασβεστώνουν, εκτός από το εσωτερικό των σπιτιών τους, και τους τοίχους των σπιτιών τους χαμηλά στην πλευρά του δρόμου. β) çirpi: Το βουνό της Τερπνής ήταν παλιότερα τσακνότοπος. γ) çırpıstırmak: Οι Τερπνιώτες τίναζαν με ραβδί τη σίκαλη ή το σουσάμι. Το σχήμα επομένως είναι, carpi/ çirpi/ … + is + -ta > çarpista/çırpısta > Τσιαρπίστα/ Τσιρπίστα. 2. Στους βυζαντινούς χρόνους οι λέξεις ’’τσάρπα/τσαρπίν’’, σήμαιναν ένα είδος κοφινιού φτιαγμένου από βέργες λυγαριάς και επειδή η Τερπνή είχε άφθονες λυγαριές την ονόμασαν Τσιαρπίστα.

Στις 17 Φεβρουαρίου 1913 τμήμα του ελληνικού στρατού, μαζί με Τερπνιώτες, πολέμησε εναντίον των Βουλγάρων στην περιοχή Πλατανούδια και απέτρεψε την κάθοδό τους προς τη Νιγρίτα. Πρωταγωνιστές στη μάχη ήταν ο υπολοχαγός Σταυριανόπουλος και οι αξιωματικοί Γαρδίκας, Βασιλόπουλος, Γαλανόπουλος, Παπακώστας και Κορδογιάννης, με συμπαραστάτες τους καπεταναίους Γεώργιο Γιαγκλή και Στέργιο Βλάχμπεη. Η συμμετοχή των Τερπνιωτών στη μάχη ήταν αποφασιστική, με ένοπλη παρουσία αλλά και υπηρεσίες διοικητικής μέριμνας, όπως σίτιση και περίθαλψη τραυματιών.

Το Φλάμπουρο βρίσκεται στο κέντρο του κάμπου των Σερρών, νότια του ποταμού Στρυμόνα, σε απόσταση 9,5 χλμ. (οδηγικά) ΒΑ. της Νιγρίτας και 21 χλμ. Ν. των Σερρών.

Το χωριό έχει παράδοση σε οργανοπαίκτες ζουρνά και νταουλιού. Η παλιά ονομασία του χωριού είναι Μπαϊρακτάρ ή Μπαϊρακτάρ Μαχαλάς και την περίοδο της τουρκοκρατίας ήταν τσιφλίκι Τούρκου αξιωματούχου (πιθανόν μπαϊρακτάρη = σημαιοφόρος) στα κτήματα του οποίου εργάζονταν οι Έλληνες της περιοχής οι οποίοι έκτισαν τις πρώτες καλύβες του οικισμού και σύμφωνα με την τοπική παράδοση κατοικούσαν στους παλιούς γειτονικούς οικισμούς: Τρίγωνο, Καρά Ορμάν (Μαύρο ∆άσος) και Γεωργουλάς.

Δημοτική Ενότητα Τραγίλου

Το προηγούμενο όνομά της ήταν Μουνούχι και από το 1920 ήταν αυτόνομη κοινότητα, η οποία μετονομάστηκε το 1927 σε Κοινότητα Μαυροθαλάσσης. Το 1999 με το πρόγραμμα Καποδίστριας συνενώθηκε με άλλες κοινότητες της περιοχής, που αποτέλεσαν στη συνέχεια τα δημοτικά διαμερίσματα του δήμου, στον Δήμο Τραγίλου του οποίου ήταν η έδρα.

Με την εφαρμογή του προγράμματος Καλλικράτης το 2011 εντάχθηκε στο νέο δήμο Βισαλτίας. Στο χωριό υπάρχουν δύο ενορίες και τρεις εκκλησίες, ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου, έδρα της ενορίας Μαυροθάλασσας και ο Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου, έδρα της ενορίας της συνοικίας “Πύργος”, ωστόσο λόγω του μικρού μεγέθους της εκκλησίας έχει ανεγερθεί και ο Ιερός Ναός Αγίας Μαρίνας, ο οποίος και χρησιμοποιείται πρωτίστως

Ο Άγιος Δημήτριος έχει πληθυσμό 292 κατοίκους (απογραφή 2011). Το προηγούμενο όνομά του ήταν Παλιότρος και υπαγόταν στην Κοινότητα Καστανοχωρίου μέχρι το 1928 οπότε και αποσπάστηκε ως αυτόνομη κοινότητα. Το 1950 μετονομάστηκε σε Άγιος Δημήτριος (Κοινότητα Αγίου Δημητρίου). Το 1999 με το πρόγραμμα Καποδίστριας συνενώθηκε με άλλες κοινότητες της περιοχής, που αποτέλεσαν στη συνέχεια τα δημοτικά διαμερίσματα, στον Δήμο Τραγίλου. Με την εφαρμογή του προγράμματος Καλλικράτης το 2011 εντάχθηκε στο νέο δήμο Βισαλτίας.

Το Αηδονοχώρι έχει πληθυσμό 287 κατοίκους (απογραφή 2011). Από το 1920 ήταν αυτόνομη κοινότητα. Το 1999 με το πρόγραμμα Καποδίστριας συνενώθηκε με άλλες κοινότητες της περιοχής, που αποτέλεσαν στη συνέχεια τα δημοτικά διαμερίσματα του δήμου, στον Δήμο Τραγίλου. Με την εφαρμογή του προγράμματος Καλλικράτης το 2011 εντάχθηκε στο νέο δήμο Βισαλτίας. Το παλαιό Δημοτικό σχολείο του χωριού έχει μετατραπεί σε λαογραφικό μουσείο.

Κάθε τέλη Ιουλίου στο χωριό πραγματοποιούνται τα Κορεάσμια τα οποία αποτελούν μεγάλο γεγονός για το χωριό καθώς συγκεντρώνει κόσμο από όλα τα γύρω χωριά, αλλά και από την πόλη των Σερρών και την Θεσσαλονίκη.

Η Ευκαρπία (Βυζαντινά Ελληνικά: Κούτζη) απέχει 55 χιλιόμετρα από την πόλη των Σερρών και 110 χιλιόμετρα από την Θεσσαλονίκη. Έχει πληθυσμό 520 κατοίκους (Απογραφή 2011). Το μέρος είναι αρκετά εύφορο χάρη στην Σερραϊκή πεδιάδα, που είναι μία από τις μεγαλύτερες της Ελλάδος, την οποία διαρρέει ο Στρυμόνας, που και περνάει σε πολύ κοντινή απόσταση από το χωριό. Το προηγούμενο όνομά του ήταν Κούτσιος και από το 1920 ήταν αυτόνομη κοινότητα, η οποία μετονομάστηκε το 1927 σε Κοινότητα Ευκαρπίας. Το 1999 με το πρόγραμμα Καποδίστριας συνενώθηκε με άλλες κοινότητες της περιοχής, που αποτέλεσαν στη συνέχεια τα δημοτικά διαμερίσματα του Δήμου Τραγίλου. Με την εφαρμογή του προγράμματος Καλλικράτης το 2011 εντάχθηκε ως κοινότητα στο νέο δήμο Βισαλτίας.

Κοντά στην Ευκαρπία και συγκεκριμένα στην τοποθεσία Μεσοβούνια εντοπίστηκε νεκρόπολη που ανήκε σε πόλισμα της αρχαίας Βισαλτίας, το οποίο είχε ακμάσει κατά την αρχαία και Ρωμαϊκή εποχή. Πιθανώς από την τοποθεσία αυτή προέρχονται οι επιγραφές που βρέθηκαν στο κοντινό Παλιοχώρι Καστρί. Επίσης, σε γειτονική θέση είχε βρεθεί παλιότερα ένας Μακεδονικός τάφος με ωραία μαρμάρινα θυρόφυλλα. Τα θυρόφυλλα αυτά, εκτίθονται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σερρών. Επιπλέον, νότια του οικισμού, βρίσκεται ο βυζαντινός “Πύργος της Κούτζης”, ο οποίος οφείλει το όνομά του στην βυζαντινή ονομασία του χωριού.

Τα Ίβηρα είναι κτισμένα σε υψόμετρο 60 μέτρων και είναι σχετικά πρόσφατος οικισμός. Ο αρχικός πυρήνας του σχηματίστηκε μετά το 1922 γύρω από το μετόχι της αγιορείτικης μονής Ιβήρων όταν εγκαταστάθηκαν στην περιοχή πρόσφυγες από τον Δυτικό Πόντο, την Ανατολική Θράκη και την Καππαδοκία.Αργότερα εγκαταστάθηκαν και Σαρακατσάνοι. Λίγα χρόνια αργότερα (1926) ο οικισμός αναγνωρίστηκε ως κοινότητα.

Στις αρχές της Κατοχής, δύο άτομα από το χωριό εκτελέστηκαν τον Οκτώβριο του 1941 από τον βουλγαρικό στρατό ως αντίποινα για την εξέγερση της Δράμας. Αργότερα, αρκετοί κάτοικοι των Ιβήρων συμμετείχαν στα ένοπλα αντικομμουνιστικά τμήματα του συντοπίτη τους Ελευθέριου Τσαουσίδη (καπετάν Λευτέρης). Κατά τα τέλη του 1944, τουλάχιστον 16 από αυτούς σκοτώθηκαν στη μάχη της Τριάδας Σερρών εναντίον του ΕΛΑΣ.

Στα Ίβηρα είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη η καλλιέργεια βαμβακιού. Επίσης καλλιεργούνται μεγάλες εκτάσεις με ηλίανθο για παραγωγή βιοντίζελ, σκληρό σιτάρι και τριφύλλι.

Η εκκλησία του χωριού εορτάζει την ημέρα του Αγίου Νικολάου. Επίσης, την παραμονή της εορτής του Προφήτη Ηλία γίνεται το ετήσιο Αντάμωμα των Ιβηριωτών με πολύ μεγάλη επιτυχία.

Το 1999 με το πρόγραμμα Καποδίστριας συνενώθηκε με άλλες κοινότητες της περιοχής και εντάχθηκε στον δήμο Τραγίλου. Με την εφαρμογή του προγράμματος Καλλικράτης το 2011 εντάχθηκε στο νέο δήμο Βισαλτίας.

Το προηγούμενο όνομά του χωριού ήταν Ομούρ – Βέη και από το 1920 ήταν αυτόνομη κοινότητα, η οποία μετονομάστηκε το 1922 σε κοινότητα Καστανοχωρίου. Στις 25 Σεπτεμβρίου του 1941, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, άνδρες της αντάρτικης ομάδας «Οδυσσέας Ανδρούτσος» πραγματοποίησαν επίθεση εναντίον κατοχικών δυνάμεων που έδρευαν στον οικισμό.

Το 1999 με το πρόγραμμα Καποδίστριας συνενώθηκε με άλλες κοινοτήτες της περιοχής, που αποτέλεσαν στη συνέχεια τα δημοτικά διαμερίσματα του δήμου, στον Δήμο Τραγίλου. Με την εφαρμογή του προγράμματος Καλλικράτης το 2011 εντάχθηκε στο νέο δήμο Βισαλτίας.

Ο Τράγιλος ουσιαστικά αποτελείται από 2 χωριά, καθώς υπάρχει ο Πάνω Τράγιλος και ο Κάτω Τράγιλος, ή Συνοικισμός Ζωγράφου. Το πρώτο χωριό αποτέλεσε και το πρώτο σημείο εγκατάστασης, και είναι χτισμένο σε λόφο. Ο οικισμός πριν από την ανταλλαγή πληθυσμών κατοικούνταν από πληθυσμό Τσερκεζάδων, οι οποίοι και έδωσαν στο χωριό το όνομα Τσερκέζ Κιόϊ (ή και Τσερκέζ Μαχαλά), ενώ σύμφωνα με τα απογραφικά στοιχεία του Βούλγαρου Βασίλι Καντσώφ το 1900 υπήρχαν εκεί 20 κάτοικοι. Μάλιστα, το παλιό όνομα διατηρήθηκε και για τις πρώτες δεκαετίες μετά την ενσωμάτωση του οικισμού στο ελληνικό κράτος. Το νέο όνομα, προήλθε από την αρχαία πόλη της Τραγίλου, η οποία βρίσκεται νοτιοανατολικά του οικισμού του Αηδονοχωρίου και κοντά στην Μονή Τιμίου Προδρόμου του Κερδυλλίου Όρους. Το 1974 ανεγέρθηκε και το 1983 εγκαινιάσθηκε ο Ιερός Ναός Αγίας Τριάδος, στον οποίο υπάγεται και το Παρεκκλήσι της Αποτομής της Κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου, πρώην αγιορείτικο μετόχι. Ο οικισμός μέχρι το 1910 ήταν παραλίμνιος στην πλέον αποξηραμένη λίμνη Αχινού, από την οποία απέπλευσε και ο στόλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Βέβαια, ο οικισμός που υπήρχε πριν την ανταλλαγή πληθυσμών δεν ταυτίζεται ακριβώς με τον σημερινό, καθώς βρισκόταν ανατολικότερα.

Το 1923 εγκαταστάθηκαν 71 οικογένειες Θρακιωτών προσφύγων (281 άτομα), με καταγωγή από χωριά της Χαριούπολης της Ανατολικής Θράκης. Ο Τράγιλος παλιότερα αποτελούσε κοινότητα που συστάθηκε το 1953 με απόσπαση από την Κοινότητα Μαυροθαλάσσης. Το 1999 με το πρόγραμμα Καποδίστριας συνενώθηκε με άλλες κοινότητες της περιοχής, που αποτέλεσαν στη συνέχεια τα δημοτικά διαμερίσματα του δήμου, στον ομώνυμο Δήμο Τραγίλου. Με την εφαρμογή του προγράμματος Καλλικράτης το 2011 εντάχθηκε στο νέο δήμο Βισαλτίας.

Σε μικρή απόσταση στα βορειοανατολικά του οικισμού, βρίσκονται οι εκβολές του Αγγίτη στον Στρυμόνα, όπου φωλιάζουν μικρές ομάδες Αργυροπελεκάνων (η δεύτερη περιοχή του Νομού Σερρών μετά την Λίμνη Κερκίνη). Επιπλέον, έξω από το χωριό και ανάμεσα στον Τράγιλο και την γειτονική Μαυροθάλασσα, ρέει ο Εζωβίτης ποταμός, που ταυτίζεται με τον Βισάλτη ποταμό της αρχαιότητας. Λίγο πριν τις εκβολές του στον Στρυμόνα, υπάρχουν καταρράκτες.

Παραδοσιακό καφενειο Αγ. Δημήτριος edited 1024x1024 1